το γκρίζο που διαφάνεψε
Που είδα τα αστέρια τ’ ουρανού
Ανάποδα να στέκουν
Κατάρες μαύρες είχα μέσα μου
Από αυτές που με βία τα μάτια σου ανοίγουν
Κάθε που πάς να πέσεις, κάθε που πάει ο ύπνος να σε βρει
Κρύο νερό τα πρωινά, όπως η γής μουσκεύει απ τις σταγόνες
Κι ύστερα αντίκρυ στέκομαι, στου εαυτού την ζάλη
Μια μηχανή παραγωγής, τις σκέψεις μου πουλούσα
Θέλοντας να μ' αγαπήσουν τα χρυσάφια, που χρόνια τώρα αγαπιούνται
Άδειος ψάχνω και μοναχός τον λόγο που υπάρχω
Και με ένα φτυάρι όσο ζω στο χώμα τρύπα ανοίγω
Ελπίζω την τρύπα να μην διαβώ όπως τα κόκκαλα τον τάφο
Αλλά σαν σπόρος με κρασί κι ανάστασης ξανά να έρθει!
Ν.Κ.Β

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου